Ο πρόεδρος του Συνδέσμου μας, κ. Ανδρέας Δημητριάδης, σε συνέντευξή του στην ειδική έκδοση του Economy Today, “The Golden List of Real Estate 2026”, καταγράφει τις μεγάλες αναπτύξεις της επόμενης δεκαετίας, τις προκλήσεις που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της Κύπρου, καθώς και τις αλλαγές που απαιτούνται για να διατηρηθεί η αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Οι μεγάλες αναπτύξεις έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια και πλέον δεν περιορίζονται μόνο στην κατασκευή κατοικιών ή γραφείων. Πώς πιστεύετε ότι θα είναι οι μεγάλες αναπτύξεις της επόμενης δεκαετίας στην Κύπρο;
Η κατεύθυνση που θα κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια, όπως προαναφέρετε, άρχισε ήδη να εφαρμόζεται, τόσο διεθνώς όσο και στην Κύπρο. Οι μεγάλες αναπτύξεις, πλέον, δεν περιορίζονται στην κατασκευή κτηρίων, αλλά αφορούν τη δημιουργία ολοκληρωμένων κοινοτήτων που συνδυάζουν κατοικία, εργασία, ψυχαγωγία, εκπαίδευση, υπηρεσίες και ποιοτικούς δημόσιους χώρους.
Ο λόγος αυτής της αλλαγής είναι επειδή οι σύγχρονοι αγοραστές δεν αναζητούν απλώς να αγοράσουν ένα ακίνητο. Επιζητούν να επενδύσουν σε έναν σύγχρονο και βιώσιμο τρόπο ζωής. Πέρα από την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, η ενεργειακή αποδοτικότητα και η ενσωμάτωση προηγμένων τεχνολογιών αποτελούν πυρήνα κάθε σύγχρονης ανάπτυξης. Μια συνθήκη που θα διαδραματίσει ακόμα πιο καταλυτικό ρόλο στο μέλλον.
Οι έξυπνες υποδομές, η διαχείριση ενέργειας, οι πράσινοι χώροι, οι ήπιες μορφές μετακίνησης και η ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος -που συνδυάζουν αμεσότητα, προσβασιμότητα και εξοικονόμηση χρόνου- θα αποτελούν βασικές προϋποθέσεις και όχι πρόσθετα χαρακτηριστικά, όπως ισχύει ακόμα σήμερα.
Η Κύπρος έχει σημειώσει ήδη σημαντική πρόοδο σε αυτόν τον τομέα. Το ζητούμενο είναι να συνεχίσουμε να σχεδιάζουμε έργα που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και της εγχώριας οικονομίας.
Οι ξένοι αγοραστές εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέρος της ζήτησης στην κυπριακή αγορά ακινήτων. Τι είναι αυτό που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον τους για την Κύπρο και τι πρέπει να κάνουμε ώστε να παραμείνει η χώρα ανταγωνιστική;
Πράγματι, η Κύπρος παραμένει ένας ιδιαίτερα ελκυστικός επενδυτικός και επιχειρηματικός προορισμός. Παρά τη γεωπολιτική και την οικονομική αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει το διεθνές περιβάλλον, η κυπριακή οικονομία επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, διατηρώντας θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Η στρατηγική γεωγραφική θέση, η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το σταθερό νομικό πλαίσιο, η ασφάλεια, η ποιότητα ζωής, το ανθρώπινο δυναμικό και το ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον, αποτελούν τα σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας μας.
Γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε ότι το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών δεν περιορίζεται στην αγορά μιας εξοχικής κατοικίας. Πολλοί επιλέγουν την Κύπρο ως τόπο μόνιμης εγκατάστασης, μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους ή δημιουργούν νέες δραστηριότητες στο πλαίσιο του headquartering, ενισχύοντας ουσιαστικά την εγχώρια οικονομία, με θετικό αντίκτυπο στην κυπριακή κοινωνία.
Για να διατηρήσουμε όμως αυτή τη δυναμική, είναι αναγκαίο να συνεχίσουμε τις μεταρρυθμίσεις. Η επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης, η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών, η σταθερότητα στους κανονισμούς και η ενίσχυση των υποδομών αποτελούν κρίσιμους παράγοντες. Πόσο μάλλον σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, όπου οι επενδυτές αξιολογούν πλέον όχι μόνο το κόστος, αλλά και την ταχύτητα, την προβλεψιμότητα και την αποτελεσματικότητα ενός κράτους.
Μιας και μιλάμε για την ανταγωνιστικότητα της Κύπρου, ποιο θεωρείτε ότι είναι σήμερα το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της απέναντι σε άλλες χώρες που διεκδικούν τις ίδιες επενδύσεις και πού βλέπετε ότι υστερούμε;
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Κύπρου είναι ότι συνδυάζει στοιχεία που δύσκολα συναντά κανείς συγκεντρωμένα σε άλλες χώρες. Μεταξύ αυτών, το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, η υψηλή ποιότητα ζωής, η ασφάλεια, το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, το νομικό σύστημα, το ανθρώπινο δυναμικό και η στρατηγική θέση.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν διαχρονικές αδυναμίες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης, η γραφειοκρατία, η αργή υλοποίηση κρίσιμων έργων υποδομής και το υψηλό ενεργειακό κόστος, δημιουργούν εμπόδια στις επενδύσεις.
Ο διεθνής ανταγωνισμός είναι έντονος και οι χώρες που προσελκύουν επενδύσεις βελτιώνονται συνεχώς. Γι’ αυτό και η Κύπρος δεν μπορεί να επαναπαύεται στα πλεονεκτήματά της. Οφείλει να προχωρά διαρκώς σε μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητά της. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαία η αγαστή συνεργασία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, με μοναδικό γνώμονα να διατηρηθεί και να ενισχυθεί περαιτέρω η θετική αναπτυξιακή της πορεία.
Το μοντέλο των μεικτών αναπτύξεων κερδίζει συνεχώς έδαφος διεθνώς, ενώ βλέπουμε να αναπτύσσεται και στην Κύπρο. Πιστεύετε ότι θα αποτελέσει τη νέα τάση στο κυπριακό real estate και γιατί;
Δεν πρόκειται απλώς για μια νέα τάση. Είναι μια φυσική εξέλιξη του τρόπου με τον οποίο αναπτύσσονται οι σύγχρονες πόλεις. Η αύξηση του πληθυσμού, η αυξανόμενη ζήτηση για στέγαση, η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η προστασία του περιβάλλοντος και η επιθυμία των πολιτών για βελτίωση της ποιότητας ζωής τους, μεγαλώνουν ολοένα και περισσότερο τις σημερινές προκλήσεις.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, οι μεικτές αναπτύξεις αναδεικνύονται ως ένα από τα πιο αποτελεσματικά και βιώσιμα μοντέλα του σήμερα, αλλά και του μέλλοντος. Γιατί δεν συνδυάζουν απλώς διαφορετικές χρήσεις, αλλά είναι σχεδιασμένα ακριβώς για να εξυπηρετούν καλύτερα τις καθημερινές ανάγκες των ενοίκων και των επισκεπτών τους. Παράλληλα, ενισχύουν την αίσθηση της γειτονιάς – όχι όμως με την παραδοσιακή έννοια του όρου- ενώ αντικαθιστούν τη μέχρι πρότινος λογική του διαχωρισμού χρήσεων μιας γης, όπου οι άνθρωποι αναγκάζονταν να μετακινούνται από τον τόπο διαμονής τους στην εργασία τους ή σε χώρους εμπορίου και αναψυχής.
Σε μια εποχή όπου οι γρήγοροι ρυθμοί της καθημερινότητας και ο περιορισμένος ελεύθερος χρόνος καθιστούν την ποιότητα διαβίωσης και την εξισορρόπηση μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής πιο αναγκαίες από ποτέ, οι μεικτές αναπτύξεις προσφέρουν εγγύτητα, σ’ ένα ζωντανό και ασφαλές περιβάλλον που καλλιεργεί την κοινωνική αλληλεπίδραση.
Επομένως, η Κύπρος χρειάζεται να αξιοποιήσει ακόμα περισσότερο αυτό το μοντέλο, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Αρκεί να υπάρχει ο κατάλληλος πολεοδομικός σχεδιασμός και η απαραίτητη ευελιξία εκ μέρους της πολιτείας, για τη διευκόλυνση αυτών των έργων.
Στο ίδιο πλαίσιο, το Build–to–Rent (BTR)αποτελεί πλέον ένα μοντέλο που αναπτύσσεται δυναμικά στις ώριμες αγορές του εξωτερικού. Θεωρείτε ότι η Κύπρος διαθέτει τις προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί ουσιαστικά και εδώ;
Αυτή η τάση αναπτύσσεται κυρίως σε ώριμες αγορές, καθώς ανταποκρίνεται στις αλλαγές που παρατηρούνται στον τρόπο ζωής και τις στεγαστικές ανάγκες των κατοίκων.
Το BTR θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο στεγαστικής και επενδυτικής πολιτικής, επειδή μπορεί να προσελκύσει μεγάλα θεσμικά κεφάλαια για την κατασκευή σημαντικού αριθμού κατοικιών και να αυξήσει την προσφορά κατοικιών προς μακροχρόνια ενοικίαση.
Για να αναπτυχθεί ουσιαστικά, απαιτείται ένα σταθερό θεσμικό και φορολογικό πλαίσιο που θα ενθαρρύνει μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Από τη στιγμή που πρόκειται για έργα με διαφορετική οικονομική φιλοσοφία από τις παραδοσιακές αναπτύξεις προς πώληση, χρειάζονται συγκεκριμένα κίνητρα και προσεγγίσεις, ανάμεσά τους πολεοδομικές ρυθμίσεις, θεσμικές επενδύσεις και τραπεζική υποστήριξη.
Συχνά ακούγεται ότι η προσέλκυση ξένων επενδύσεων ανεβάζει τις τιμές και δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την πρόσβαση των Κυπρίων στην κατοικία. Είναι, κατά την άποψή σας, τόσο απλή αυτή η εξίσωση ή η εικόνα είναι πιο σύνθετη;
H πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Δεν μπορούμε να αποδίδουμε την αύξηση των τιμών αποκλειστικά στις ξένες επενδύσεις. Η αγορά κατοικίας επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως το αυξημένο κόστος κατασκευής, τις υψηλές τιμές γης και τους χαμηλούς συντελεστές δόμησης, το κόστος χρηματοδότησης, τις καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, τη μειωμένη προσφορά νέων κατοικιών σε ορισμένες περιοχές, αλλά και τη γενικότερη οικονομική συγκυρία.
Οι ξένες επενδύσεις, αναμφίβολα, συμβάλλουν σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, ενισχύουν πολλούς παραγωγικούς κλάδους και κατά επέκταση το ΑΕΠ της χώρας.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να περιορίσουμε τις επενδύσεις, ούτε να επιβραδύνουμε την ανάπτυξη. Η ουσιαστική λύση είναι να αυξήσουμε το οικιστικό απόθεμα για να μπορέσει η αγορά να μπορεί να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Παράλληλα, χρειάζεται το κράτος να εφαρμόσει πιο στοχευμένα στεγαστικές πολιτικές που θα διευκολύνουν, ιδιαίτερα τους νέους και τις νέες οικογένειες, να αποκτήσουν πρόσβαση σε προσιτή κατοικία.
Το σημαντικότερο εμπόδιο στην αύξηση του οικιστικού αποθέματος της χώρας, εξακολουθεί να παραμένουν οι μεγάλες καθυστερήσεις στις διαδικασίες αδειοδότησης. Παρά τις μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, στην πράξη υπάρχουν περιπτώσεις που ο χρόνος που απαιτείται για την έκδοση των απαραίτητων αδειών υπερβαίνει ακόμη και τον χρόνο που απαιτείται για την κατασκευή ενός έργου.
Η ανάπτυξη και η κοινωνική συνοχή δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι. Μπορούν και πρέπει να προχωρούν μαζί μέσα από σωστό σχεδιασμό και την εποικοδομητική σύμπραξη μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με στόχο τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που ευνοεί τις νέες αναπτύξεις με ταχύτητα, προβλεψιμότητα και διαφάνεια.
Οι μεγάλες αναπτύξεις καλούνται πλέον να ανταποκριθούν σε πολύ διαφορετικές απαιτήσεις σε σχέση με το παρελθόν, από την ενεργειακή απόδοση μέχρι τους κοινόχρηστους χώρους και τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Πώς αλλάζουν οι ανάγκες και οι απαιτήσεις των αγοραστών;
Οι αγοραστές σήμερα είναι πολύ πιο ενημερωμένοι και απαιτητικοί. Γιατί και η ίδια η καθημερινότητα είναι πιο απαιτητική σε σχέση με το παρελθόν. Εξ ου και δίνουν έμφαση στην ποιότητα κατασκευής, την ενεργειακή απόδοση, τον λειτουργικό σχεδιασμό, την τεχνολογία, την ασφάλεια και την ποιότητα των κοινόχρηστων χώρων.
Όπως διαφαίνεται και από τη μεγάλη απήχηση των μεικτών αναπτύξεων, οι αγοραστές πλέον επιζητούν να επενδύσουν σε έργα που δημιουργούν το αίσθημα κοινότητας και προσφέρουν υπηρεσίες που διευκολύνουν την καθημερινότητά τους, μειώνουν τις αποστάσεις και εξοικονομούν χρόνο.
Γι’ αυτό και η αξία ενός ακινήτου δεν περιορίζεται στα τετραγωνικά μέτρα. Οι αγοραστές αξιολογούν συνολικά την εμπειρία διαβίωσης που προσφέρει μια ανάπτυξη και κατά πόσο αυτή θα διατηρήσει την αξία της στο μέλλον. Κατά επέκταση, αυτό επηρεάζει συνολικά τη φιλοσοφία του σχεδιασμού, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την απλή κατασκευή στη δημιουργία βιώσιμων και λειτουργικών χώρων.
Αν έπρεπε να στείλετε ένα μήνυμα σε όσους σχεδιάζουν σήμερα τις μεγάλες αναπτύξεις της επόμενης δεκαετίας, ποιο θα ήταν;
Να σχεδιάζουν με ορίζοντα δεκαετιών και όχι μόνο βάσει των αναγκών της σημερινής αγοράς. Οι αναπτύξεις που θα ξεχωρίσουν στο μέλλον θα είναι εκείνες που θα παραμείνουν λειτουργικές, βιώσιμες και ποιοτικές σε βάθος χρόνου.
Χρειάζεται να επενδύσουμε στην καινοτομία, τη βιωσιμότητα, τον ανθρωποκεντρικό σχεδιασμό και τη δημιουργία έργων που βελτιώνουν ουσιαστικά το αστικό περιβάλλον. Οι μεγάλες αναπτύξεις δεν διαμορφώνουν μόνο την αγορά ακινήτων. Διαμορφώνουν και εξελίσσουν τις σύγχρονες πόλεις, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στις ντόπιες οικονομίες και στην ποιότητα ζωής των επόμενων γενιών.
Ο κλάδος μας έχει αποδείξει, διαχρονικά, ότι αποτελεί βασικό πυλώνας της αναπτυξιακής πορείας της κυπριακής οικονομίας. Ωστόσο, όπως επισημαίνει επανειλημμένα ο Σύνδεσμος Μεγάλων Αναπτύξεων είναι καίριας σημασίας η δημιουργία ενός πιο φιλικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος στη χώρα μας, με στόχο την ενίσχυση της επενδυτικής εμπιστοσύνης και τη δημιουργία έργων που προσφέρουν πραγματική αξία στην κυπριακή οικονομία και κοινωνία.

